Η άξια του χρήματος και η θεωρία της σχετικότητας
Των
Μιχαλη Σινικογλου BSc,MSc Οικονομολογος Ερευνητης
Νικολαο Καμαιριου BEng,MSc υποψηφιου Διδακτορα Οικονομικων
Πιτικαρη Θεοδωρου BAB,BSc,MSc, Υποψηφιου Διδακτορα Οικονομικων & Νομικης EUI
Η νομισματική πολιτική για χρονιά, αποτελεί, βραχίονα, άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής τόσο ισχυρό που κάνει, ορισμένους οικονομολόγους (Νεοφιλελευθέρους) να πιστεύουν ότι πρέπει να είναι και το μοναδικό εργαλείο, της δημοσιάς εξουσίας, για την όποια ρύθμισης των αγορών.
Εντούτοις σήμερα παρατηρούμε, και ιδιαιτέρα στα πλαίσια του ενιαίοι νομισματικού χώρου, ότι η νομισματική πολιτική μπορεί να ασκήσει ακραίες επιρροές στις κοινωνίες. Αυτό κατά κύριο λόγο οφείλετε σε μια παλιά ιδεοληψία, που συσχέτιζε την ποσότητα του κυκλοφορούντος χρήματος με κάποια δεδομένη άξια (λ.χ. τον χρυσό που είχε μια κεντρική τράπεζα ή αλλά πολύτιμα μέταλλα).
Στη πραγματικότητα το χρήμα, έχει μια άξια κατά «σύμβαση», δηλαδή είναι αποτέλεσμα μιας κοινής συμφωνίας, μεταξύ των ανθρώπων ώστε κάθε νόμισμα, να αντιπροσωπεύει συγκεκριμένη αγοραστική δύναμη (λ.χ. 100 δολάρια = 1 βαρέλι πετρέλαιο, η 1,5 Ευρω=1Κιλο Σιτάρι).
Έτσι το χρήμα λειτούργησε ο παράγοντας διευκόλυνσης των συναλλαγών και ανταλλαγής και αποθήκευσης αγοραστικής δύναμης. Στην πορεία μάλιστα οι ΗΠΑ πρώτες θα σπάσουν τον κανόνα του χρυσού, χρησιμοποιώντας την γεωστρατηγική τους υπεροχή για να επιβάλουν το δολάριο ως το διεθνές νόμισμα αποτίμησης των σημαντικών αγαθών (ενεργεία, τεχνολογία κ.τ.λ.).
Πολύ συχνά, οικονομολόγοι επηρεασμένοι από το θαυμαστό κόσμο του Dr. Keynes ισχυρίζονται ότι, σε περιόδους ύφεσης, η ποσοτική χαλάρωση (κοπή νέου χρήματος), και η δημιουργία κρατικών ελλειμμάτων αποτελεί ιδανικό εργαλείο για μια γρήγορη ανάκαμψη και αλλαγή της ψυχολογίας των ανθρωπιών που μετέχουν σε μια οικονομία. Όμως δεν θεωρείται ότι a priori η ποσοτική χαλάρωση είναι αυτοτελής λύση, άλλα μέρος ενός ολοκληρωμένου σχεδίου οικονομικής επέκτασης. Για το λόγω αυτό άλλωστε προτείνουν η νέα, αυτή, ρευστότητα να καταστεί διαθέσιμη, απευθείας στην πραγματική οικονομία, και σε τομείς που παράγουν άξια για την οικονομία (λ.χ. ερεύνα, παιδεία, υποδομές, νοσοκομεία, μεταποίηση).
Στην αντίπερα όχθη υπάρχουν οι θεωρητικοί της αυστριακής σχόλης, που απεχθάνονται την παρέμβαση των κεντρικών τραπεζών καθώς θεωρούν, ότι η ποσοτική χαλάρωση, θα οδηγήσει τελικά σε μεγάλη αύξηση των τιμών και πληθωρισμό. Είναι άλλωστε γνωστό στους οικονομολόγους ότι επειδή τα κέρδη αυξάνονται, πιο γρήγορα από το πληθωρισμό, υπάρχει ισχυρό το ενδεχόμενο η έκδοση νέου νομίσματος να αφαιρέσει με ταχύτητα, αγοραστική δύναμη από την κοινωνία οδηγώντας σε τεράστια αύξηση της τιμής των αγαθών, και αρά να οδηγήσει τους εργαζόμενους σε μικρότερα επίπεδα καταναλωτικής ευχερούς (διακριτό εισόδημα) (σε απλά ελληνικά ακριβότερο καλάθι για την νοικοκυρά). Ο Ξενοφώντας Ζολώτας, άλλωστε, είχε πει ότι ο Πληθωρισμός είναι η πιο άδικη και πιο ισοπεδωτική μορφή φορολογίας.
Άλλωστε αυτή η θεώρηση οδήγησε και στην κατάργηση στη χώρα μας της Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής, που είχε ισχυροποιηθεί ως τάση τα πρώτα χρονιά της Σοσιαλιστικής διακυβέρνησης της Ελλάδας από το ΠΑΣΟΚ, και που συνεχίζει να υφίσταται, μερικώς σε αρκετά κράτη της Ε.Ε.
Όμως ο πληθωρισμός δεν είναι μια αληθινή απειλή, καθώς στην πραγματικότητα εκφράζει απλά το γεγονός της ανισορροπίας μεταξύ του πραγματικού πλούτου που εμπεριέχεται σε μια οικονομία (παραγωγικότητα, φυσική πόροι, εξαγωγές, δικαιώματα διέλευσης, πρωτογενής τομέας, τριτογενής τομέας αλλά και τις μελλοντικές προσδοκίες για την ανάπτυξη της οικονομίας) και της έκφρασης αυτών των οικονομικών τάσεων, σε όρους νομισματικών μονάδων. Με άλλα λογία έκφραζε την δυσαρμονία μεταξύ του όγκου του χρήματος που κυκλοφορεί στον παρόντα χρόνο, σε σχέση με την συνολική δυναμική της παραγωγικότητας σε μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο χρόνο και αρά των προσδοκιών περί της βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών σε στη περίοδο του χρόνου.
Σε ένα χώρο όπως η Ευρωζώνη, δεν είναι λογικό να διατηρούμε ένα σταθερό αριθμό νομισμάτων σε κυκλοφορία, ειδικά δε όταν η ζώνη αυτή παρουσιάζει υψηλό εξωτερικά εμπορικά πλεονάσματα και μεγάλα εσωτερικά ελλείμματα.
Έτσι λοιπόν τίθεται προς δημόσιο διάλογο ένας άλλος δρόμος για την επίλυση της οικονομικής αστάθειας που εντείνετε μέσα στη ζώνη του Ευρώ.
Ειδικότερα :
• Ποσοτική χαλάρωση στη ζώνη του Ευρώ, αναμένεται να λειτουργήσει ως λιπαντικό για την επανεκκίνηση της ανάπτυξης. Φυσικά η νέα ρευστότητα θα πρέπει να διοχετευτεί μέσα από κατάλληλα κανάλια (λ.χ. απευθείας από την ΕΚΤ στα κράτη μέλη ή το Ευρωπαϊκό ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης ) και σε συγκεκριμένους τομείς της οικονομικής ζωής, με πρώτο και κύριο την αποπληρωμή των εθνικών χρεών (τόσο των δημόσιων όσο και των ιδιωτικών).
• Η δημιουργία χρήματος, προϋποθέτει την φυσική την έκδοση χρήματος (εκτύπωση, κοπή), αλλά αντίθετα μπορεί απλά να είναι η δημιουργία προσθετού χρήματος, μέσω της αύξησης των «μονάδων» που βρίσκονται εικονικά «αποθηκευμένα» στα εθνικά ταμεία. Δηλαδή απλά να μοχλεύουν τα εθνικά διαθέσιμα σε ένα ποσοστό ανάλογα την συμφωνία των εταιρών της ζώνης του ευρώ (Quotas) και την εκτύπωση «εικονικού-χρήματος» ( μερικά μηδενικά ακόμη στους υπολογιστές της κεντρικής τράπεζας και στους εθνικούς λογαριασμούς).
Με το τροπο αυτό, εξασφαλίζουμε ότι κανείς δεν θα χάσει τα κεφάλαια του σε ονομαστικούς όρους, αφού οι μεν πιστωτές πληρώνονται από το μοχλευμένο κεφάλαια ενώ οι κυβερνήσεις και οι τράπεζες έχουν πλέων την απαιτουμένη ρευστότητα για να κινήσουν την παραγωγική μηχανή της οικονομίας. Οδηγημένοι τελικά σε ένα καλύτερο επίπεδο συνδυασμού των παραγωγικών συντελεστών, μειώνοντας το ρίσκο για κάθε επένδυση και μειώνοντας το κόστος ευκαιρίας (λχ ομόλογα ασφαλίσεως μεγάλων έργων ΣΔΙΤ - μείωση των επιτοκίων και απαγόρευση επενδύσεων με ανοικτές θέσεις- επιβολή φόρου Tobin). Παράλληλα μειώνετε ο ηθικός κίνδυνος φοροδιαφυγής και εισφοροδιαφυγής, καθώς θα υπάρχει ελκυστική αμοιβή των επενδυόμενων κεφαλαίων ακόμη και μετά την απόδοση, του κοινωνικού μεριδίου, από τα ιδιωτικά κέρδη
Η τόνωση της ανάπτυξη θα δώσει ισχυρή απάντηση στα θέματα της ανεργίας, ενώ σημαντικά θα μπορούσαν να είναι τα οφέλη για την επιστήμη και την ισχυροποίηση της παραγωγικότητα, μέσα από ένα σύστημα δημιουργία κατάλληλων ομάδων εργασίας, που θα αναλαμβάνουν την τέχνη-πολιτική αξιολόγηση του τρόπο διάθεσης και του οικονομικού αποτελεσμάτων αυτών των νέων πόρων, που θα εισέρχονται στο νομισματικό σύστημα.
Ευτυχώς ή δυστυχώς στην παρούσα φάση στην Ευρώπη, ο Γεωπολιτικά και Οικονομικά ισχυρός παίκτης - ηγέτης είναι η Γερμανία. Η Γερμανία με τα κράτη «δορυφόρους» της, είναι αυτή που καθορίζει τις εξελίξεις και τα δεδομένα της περιρρέουσας ατμόσφαιρας στα πολίτικα πράγματα της ένωσης. Επηρεάζει άμεσα και καταλυτικά κάθε παράγοντα και θεσμό μέσα στην Ε.Ε. και ειδικότερα στην Ευρωζώνη.
Οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε για την ιστορία ότι είναι η κυριότερα ωφελημένη από την νομισματική ένωση εις βάρος, σε μεγάλο βαθμό, και των χωρών του Νότου. Αυτό είναι μια αλήθεια που κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει. Επίσης οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η Γερμανία ήταν η πρώτη χώρα που παραβίασε το σύμφωνο σταθερότητας όταν την βόλευε με αποτέλεσμα να το καταστήσει εν τέλει «κουρελόχαρτο» και για χώρες όπως η Ελλάδα και οι άλλες χώρες του Νότου. Οφείλουμε όμως και να πούμε στον λαό μας ότι ο γερμανικός λαός λειτούργησε συνολικά πολύ πιο υπεύθυνα με τα Οικονομικά του κράτους του. Απαίτησε από τις κυβερνήσεις ακόμα και στις καλές περιόδους για την παγκόσμια οικονομία (και πολύ περισσότερο για την γερμανική) αυστηρή δημοσιονομική πολιτική. Οι πολίτες δεν έπαιρναν αυξήσεις ήδη από το 2002 και δαπάνες περικόπτονταν αντί να αυξάνονται σε αντίθεση με τις χώρες του Νότου.
Ωστόσο η Γερμανία έχει συγκεκριμένους λόγους που αντιτίθεται στην κοπή χρήματος από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Οι λόγοι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, στους ιστορικούς και τους γεωπολιτικούς. Αυτό που αρχίζει και γίνεται όλο και πιο αντιληπτό καθώς περνάει ο καιρός είναι ότι η Γερμανία προσπαθεί για ορισμένους λόγους που δεν είναι αντικείμενο του παρόντος κειμένου, να ενισχύσει την Ευρωζώνη και να εξαλείψει τις αδυναμίες της Συνθήκης της Λισαβόνας.
Είναι γεγονός ότι αποδείχθηκε από την κρίση η «γύμνια» της Συνθήκης της Λισαβόνας. Τα κράτη της Ευρωζώνης φάνηκε ότι δεν είχαν πολιτική συνοχή, επίσης φάνηκε ότι υπάρχει αδυναμία στις λήψεις αποφάσεων που ενισχύουν την αβεβαιότητα των αγορών και κλονίζουν την αξιοπιστία της Ένωσης. Οι αξιωματούχοι της Ευρωζώνης αποδεικνύεται ότι δεν έχουν δύναμη να αποφασίζουν, παρά κάνουν τις μαριονέτες σε ένα παιχνίδι πρωτίστως γεωπολιτικό και λεπτών ισορροπιών.
Όμως η Γερμανία έχει και ιδιοτελείς σκοπούς που προωθεί μέσα στις αλλαγές των Συνθηκών. Προκειμένου να επιβάλλει αυτές τις αλλαγές χρησιμοποιεί την κρίση και δεν λύνει το πρόβλημα. Απαγορεύει στην ΕΚΤ να τυπώσει χρήμα και να ενισχύσει την οικονομία, σύμφωνα με όσα έχουν περιγραφεί, μέχρι να «σταθεροποιηθεί η κατάσταση και να δρομολογηθούν αποφάσεις», εν ολίγοι μέχρι να επιβάλει τις αλλαγές που επιθυμεί ώστε να τις δεχθούν και οι άλλες χώρες. Μέχρι δηλαδή να σταθεροποιήσει την ηγεμονία της και να στήσει το 4ο Ράιχ.
Η Γερμανία έχει και λόγους ιστορικούς που αντιτίθεται στην κοπή χρήματος. Το κακό αποτέλεσμα της εκτύπωσης χρήματος είναι ότι γεννάει πληθωρισμό. Βέβαια ο πληθωρισμός δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της εκτύπωσης «φρέσκου» χρήματος. Η Γερμανία όμως το έχει ζήσει αυτό το φαινόμενο στην ιστορία της σε τεράστιο βαθμό. Προσπαθώντας να αποπληρώσει τις αποζημιώσεις του Α΄Π. Π. και τα δάνεια της εν μέσω κρίσης, η Γερμανία κατέφυγε σε μονεταριστικού τύπου πολιτικές όπως αυτή για να αντιμετωπίσει τις αυξημένες υποχρεώσεις της. Ο πληθωρισμός σάρωσε την οικονομία για πάρα πολλά χρόνια. Από τις αρχές του 1920 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας οι τιμές των προϊόντων μέρα με την μέρα διπλασιάζονταν, ενώ η Γαλλία πιέζει (όπως η Γερμάνια σήμερα την Ελλάδα) για την αποπληρωμή των δανείων και των πολεμικών αποζημιώσεων από το Α΄ Παγκόσμιο, με αποτέλεσμα η νεαρή γερμανική δημοκρατία να οδηγείται σε κοινωνική και δημοσιονομική ασφυξία.
Ακόμα κυκλοφορούν φωτογραφίες εκείνες της εποχής με ανθρώπους να πηγαίνουν για ψώνια με καροτσάκια φορτωμένα με «τούβλα» χρήματος, καταστηματαρχών που αντί να μετρούν τα χαρτονομίσματα τα ζύγιζαν στις ζυγαριές, παιδιών που έπαιζαν με «τούβλα» χαρτονομισμάτων, ή ανθρώπων που έκαιγαν στις σόμπες αντί για ξύλα, χαρτονομίσματα. Οι εικόνες αυτές συγκλονίζουν ακόμα την Γερμανική κοινή γνώμη. Με αποτέλεσμα να επηρεάζει αυτή καταλυτικά και το πολιτικό σύστημα κατά μιας τέτοιας ποσοτικής χαλάρωσης στην κυκλοφορία χρήματος.
Αυτό που όμως οι Γερμανοί ξεχνούν είναι, ότι τελικά, ακριβώς το ότι αμέσως μετά οδηγήθηκαν στο άλλο άκρο ήταν αυτό που τελικά κατέστρεψε την μεσαία τάξη της κοινωνίας τους με πολιτικές που είναι πανομοιότυπες με όσες περνούν οι χώρες με οικονομικά προβλήματα μέσα στην Ευρωζώνη (σαν την Ελλάδα). Και αυτή η διάλυση της Μεσαίας Τάξης ήταν αυτή που οδήγησε στην εξουσία τον Ναζισμό σε εκείνη την χώρα. Κανείς δεν είναι σωστό τόσο απλοϊκά να συγκρίνει καταστάσεις είτε υιοθετώντας το ένα είτε το άλλο άκρο. «Παν μέτρον άριστον» λοιπόν, που έλεγαν και οι δικοί μας πρόγονοι.
Συμπερασματικά, πρέπει να ανακαλέσουμε στο μυαλό μας ότι χρήμα εφευρέθηκε και έγινε κοινωνικά αποδεκτό, όχι για να δυναστεύει της εθνικές οικονομίες, αλλά για να διευκολύνει τις οικονομικές συναλλαγές και την ανάπτυξη. Δεν είναι κάποια ιερή αγελάδα, αλλά ένα απλό λογιστικό εργαλείο, που προωθεί την οικονομική δραστηριότητα και στοχεύει στην αύξηση του πλούτου της κοινωνίας. Έτσι όταν αντιληφτούμε την πραγματική του διάσταση και την αξία του χρήματος τότε θα έχουμε κατανόηση τις βασικές αρχές, που θα μας επιτρέψουν να λύσουμε αποτελεσματικά τα κύρια πολίτικα και οικονομία προβλήματα της ένωσης του Ευρώ. Προβλήματα που απειλούν σήμερα την ιδία την ύπαρξη του κοινού νομίσματος, και να εφαρμόσουμε μια ολιστική πολιτική που θα οδηγεί σε μια ανταγωνιστική οικονομία και μια ισχυρή κοινωνία.
Αναδημοσιευση απο την Εφημεριδα "Ενημερωση" http://www.enimerosi.com/index.php/2011-02-14-11-50-23/2011-02-14-11-56-07/11125-2012-02-20-09-54-37.html
Σε ένα χώρο όπως η Ευρωζώνη, δεν είναι λογικό να διατηρούμε ένα σταθερό αριθμό νομισμάτων σε κυκλοφορία, ειδικά δε όταν η ζώνη αυτή παρουσιάζει υψηλό εξωτερικά εμπορικά πλεονάσματα και μεγάλα εσωτερικά ελλείμματα.
Έτσι λοιπόν τίθεται προς δημόσιο διάλογο ένας άλλος δρόμος για την επίλυση της οικονομικής αστάθειας που εντείνετε μέσα στη ζώνη του Ευρώ.
Ειδικότερα :
• Ποσοτική χαλάρωση στη ζώνη του Ευρώ, αναμένεται να λειτουργήσει ως λιπαντικό για την επανεκκίνηση της ανάπτυξης. Φυσικά η νέα ρευστότητα θα πρέπει να διοχετευτεί μέσα από κατάλληλα κανάλια (λ.χ. απευθείας από την ΕΚΤ στα κράτη μέλη ή το Ευρωπαϊκό ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης ) και σε συγκεκριμένους τομείς της οικονομικής ζωής, με πρώτο και κύριο την αποπληρωμή των εθνικών χρεών (τόσο των δημόσιων όσο και των ιδιωτικών).
• Η δημιουργία χρήματος, προϋποθέτει την φυσική την έκδοση χρήματος (εκτύπωση, κοπή), αλλά αντίθετα μπορεί απλά να είναι η δημιουργία προσθετού χρήματος, μέσω της αύξησης των «μονάδων» που βρίσκονται εικονικά «αποθηκευμένα» στα εθνικά ταμεία. Δηλαδή απλά να μοχλεύουν τα εθνικά διαθέσιμα σε ένα ποσοστό ανάλογα την συμφωνία των εταιρών της ζώνης του ευρώ (Quotas) και την εκτύπωση «εικονικού-χρήματος» ( μερικά μηδενικά ακόμη στους υπολογιστές της κεντρικής τράπεζας και στους εθνικούς λογαριασμούς).
Με το τροπο αυτό, εξασφαλίζουμε ότι κανείς δεν θα χάσει τα κεφάλαια του σε ονομαστικούς όρους, αφού οι μεν πιστωτές πληρώνονται από το μοχλευμένο κεφάλαια ενώ οι κυβερνήσεις και οι τράπεζες έχουν πλέων την απαιτουμένη ρευστότητα για να κινήσουν την παραγωγική μηχανή της οικονομίας. Οδηγημένοι τελικά σε ένα καλύτερο επίπεδο συνδυασμού των παραγωγικών συντελεστών, μειώνοντας το ρίσκο για κάθε επένδυση και μειώνοντας το κόστος ευκαιρίας (λχ ομόλογα ασφαλίσεως μεγάλων έργων ΣΔΙΤ - μείωση των επιτοκίων και απαγόρευση επενδύσεων με ανοικτές θέσεις- επιβολή φόρου Tobin). Παράλληλα μειώνετε ο ηθικός κίνδυνος φοροδιαφυγής και εισφοροδιαφυγής, καθώς θα υπάρχει ελκυστική αμοιβή των επενδυόμενων κεφαλαίων ακόμη και μετά την απόδοση, του κοινωνικού μεριδίου, από τα ιδιωτικά κέρδη
Η τόνωση της ανάπτυξη θα δώσει ισχυρή απάντηση στα θέματα της ανεργίας, ενώ σημαντικά θα μπορούσαν να είναι τα οφέλη για την επιστήμη και την ισχυροποίηση της παραγωγικότητα, μέσα από ένα σύστημα δημιουργία κατάλληλων ομάδων εργασίας, που θα αναλαμβάνουν την τέχνη-πολιτική αξιολόγηση του τρόπο διάθεσης και του οικονομικού αποτελεσμάτων αυτών των νέων πόρων, που θα εισέρχονται στο νομισματικό σύστημα.
Ευτυχώς ή δυστυχώς στην παρούσα φάση στην Ευρώπη, ο Γεωπολιτικά και Οικονομικά ισχυρός παίκτης - ηγέτης είναι η Γερμανία. Η Γερμανία με τα κράτη «δορυφόρους» της, είναι αυτή που καθορίζει τις εξελίξεις και τα δεδομένα της περιρρέουσας ατμόσφαιρας στα πολίτικα πράγματα της ένωσης. Επηρεάζει άμεσα και καταλυτικά κάθε παράγοντα και θεσμό μέσα στην Ε.Ε. και ειδικότερα στην Ευρωζώνη.
Οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε για την ιστορία ότι είναι η κυριότερα ωφελημένη από την νομισματική ένωση εις βάρος, σε μεγάλο βαθμό, και των χωρών του Νότου. Αυτό είναι μια αλήθεια που κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει. Επίσης οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η Γερμανία ήταν η πρώτη χώρα που παραβίασε το σύμφωνο σταθερότητας όταν την βόλευε με αποτέλεσμα να το καταστήσει εν τέλει «κουρελόχαρτο» και για χώρες όπως η Ελλάδα και οι άλλες χώρες του Νότου. Οφείλουμε όμως και να πούμε στον λαό μας ότι ο γερμανικός λαός λειτούργησε συνολικά πολύ πιο υπεύθυνα με τα Οικονομικά του κράτους του. Απαίτησε από τις κυβερνήσεις ακόμα και στις καλές περιόδους για την παγκόσμια οικονομία (και πολύ περισσότερο για την γερμανική) αυστηρή δημοσιονομική πολιτική. Οι πολίτες δεν έπαιρναν αυξήσεις ήδη από το 2002 και δαπάνες περικόπτονταν αντί να αυξάνονται σε αντίθεση με τις χώρες του Νότου.
Ωστόσο η Γερμανία έχει συγκεκριμένους λόγους που αντιτίθεται στην κοπή χρήματος από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Οι λόγοι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, στους ιστορικούς και τους γεωπολιτικούς. Αυτό που αρχίζει και γίνεται όλο και πιο αντιληπτό καθώς περνάει ο καιρός είναι ότι η Γερμανία προσπαθεί για ορισμένους λόγους που δεν είναι αντικείμενο του παρόντος κειμένου, να ενισχύσει την Ευρωζώνη και να εξαλείψει τις αδυναμίες της Συνθήκης της Λισαβόνας.
Είναι γεγονός ότι αποδείχθηκε από την κρίση η «γύμνια» της Συνθήκης της Λισαβόνας. Τα κράτη της Ευρωζώνης φάνηκε ότι δεν είχαν πολιτική συνοχή, επίσης φάνηκε ότι υπάρχει αδυναμία στις λήψεις αποφάσεων που ενισχύουν την αβεβαιότητα των αγορών και κλονίζουν την αξιοπιστία της Ένωσης. Οι αξιωματούχοι της Ευρωζώνης αποδεικνύεται ότι δεν έχουν δύναμη να αποφασίζουν, παρά κάνουν τις μαριονέτες σε ένα παιχνίδι πρωτίστως γεωπολιτικό και λεπτών ισορροπιών.
Όμως η Γερμανία έχει και ιδιοτελείς σκοπούς που προωθεί μέσα στις αλλαγές των Συνθηκών. Προκειμένου να επιβάλλει αυτές τις αλλαγές χρησιμοποιεί την κρίση και δεν λύνει το πρόβλημα. Απαγορεύει στην ΕΚΤ να τυπώσει χρήμα και να ενισχύσει την οικονομία, σύμφωνα με όσα έχουν περιγραφεί, μέχρι να «σταθεροποιηθεί η κατάσταση και να δρομολογηθούν αποφάσεις», εν ολίγοι μέχρι να επιβάλει τις αλλαγές που επιθυμεί ώστε να τις δεχθούν και οι άλλες χώρες. Μέχρι δηλαδή να σταθεροποιήσει την ηγεμονία της και να στήσει το 4ο Ράιχ.
Η Γερμανία έχει και λόγους ιστορικούς που αντιτίθεται στην κοπή χρήματος. Το κακό αποτέλεσμα της εκτύπωσης χρήματος είναι ότι γεννάει πληθωρισμό. Βέβαια ο πληθωρισμός δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της εκτύπωσης «φρέσκου» χρήματος. Η Γερμανία όμως το έχει ζήσει αυτό το φαινόμενο στην ιστορία της σε τεράστιο βαθμό. Προσπαθώντας να αποπληρώσει τις αποζημιώσεις του Α΄Π. Π. και τα δάνεια της εν μέσω κρίσης, η Γερμανία κατέφυγε σε μονεταριστικού τύπου πολιτικές όπως αυτή για να αντιμετωπίσει τις αυξημένες υποχρεώσεις της. Ο πληθωρισμός σάρωσε την οικονομία για πάρα πολλά χρόνια. Από τις αρχές του 1920 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας οι τιμές των προϊόντων μέρα με την μέρα διπλασιάζονταν, ενώ η Γαλλία πιέζει (όπως η Γερμάνια σήμερα την Ελλάδα) για την αποπληρωμή των δανείων και των πολεμικών αποζημιώσεων από το Α΄ Παγκόσμιο, με αποτέλεσμα η νεαρή γερμανική δημοκρατία να οδηγείται σε κοινωνική και δημοσιονομική ασφυξία.
Ακόμα κυκλοφορούν φωτογραφίες εκείνες της εποχής με ανθρώπους να πηγαίνουν για ψώνια με καροτσάκια φορτωμένα με «τούβλα» χρήματος, καταστηματαρχών που αντί να μετρούν τα χαρτονομίσματα τα ζύγιζαν στις ζυγαριές, παιδιών που έπαιζαν με «τούβλα» χαρτονομισμάτων, ή ανθρώπων που έκαιγαν στις σόμπες αντί για ξύλα, χαρτονομίσματα. Οι εικόνες αυτές συγκλονίζουν ακόμα την Γερμανική κοινή γνώμη. Με αποτέλεσμα να επηρεάζει αυτή καταλυτικά και το πολιτικό σύστημα κατά μιας τέτοιας ποσοτικής χαλάρωσης στην κυκλοφορία χρήματος.
Αυτό που όμως οι Γερμανοί ξεχνούν είναι, ότι τελικά, ακριβώς το ότι αμέσως μετά οδηγήθηκαν στο άλλο άκρο ήταν αυτό που τελικά κατέστρεψε την μεσαία τάξη της κοινωνίας τους με πολιτικές που είναι πανομοιότυπες με όσες περνούν οι χώρες με οικονομικά προβλήματα μέσα στην Ευρωζώνη (σαν την Ελλάδα). Και αυτή η διάλυση της Μεσαίας Τάξης ήταν αυτή που οδήγησε στην εξουσία τον Ναζισμό σε εκείνη την χώρα. Κανείς δεν είναι σωστό τόσο απλοϊκά να συγκρίνει καταστάσεις είτε υιοθετώντας το ένα είτε το άλλο άκρο. «Παν μέτρον άριστον» λοιπόν, που έλεγαν και οι δικοί μας πρόγονοι.
Συμπερασματικά, πρέπει να ανακαλέσουμε στο μυαλό μας ότι χρήμα εφευρέθηκε και έγινε κοινωνικά αποδεκτό, όχι για να δυναστεύει της εθνικές οικονομίες, αλλά για να διευκολύνει τις οικονομικές συναλλαγές και την ανάπτυξη. Δεν είναι κάποια ιερή αγελάδα, αλλά ένα απλό λογιστικό εργαλείο, που προωθεί την οικονομική δραστηριότητα και στοχεύει στην αύξηση του πλούτου της κοινωνίας. Έτσι όταν αντιληφτούμε την πραγματική του διάσταση και την αξία του χρήματος τότε θα έχουμε κατανόηση τις βασικές αρχές, που θα μας επιτρέψουν να λύσουμε αποτελεσματικά τα κύρια πολίτικα και οικονομία προβλήματα της ένωσης του Ευρώ. Προβλήματα που απειλούν σήμερα την ιδία την ύπαρξη του κοινού νομίσματος, και να εφαρμόσουμε μια ολιστική πολιτική που θα οδηγεί σε μια ανταγωνιστική οικονομία και μια ισχυρή κοινωνία.
Αναδημοσιευση απο την Εφημεριδα "Ενημερωση" http://www.enimerosi.com/index.php/2011-02-14-11-50-23/2011-02-14-11-56-07/11125-2012-02-20-09-54-37.html